To σημείο μηδέν

flat1000x1000075f-u4Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω Tom Waits. Θέλω να βάλω φωτιά στους δίσκους μου. Να καούν όλοι. Στάχτη να γίνουν να γεμίσουν τα ρουθούνια μας βινύλιο. Να κάψω μαζί τους κάθε στίχο που γράφτηκε ποτέ, κάθε τραγούδι που συνέθεσε κάποιος άλλος. Όταν μεγαλώσω θέλω να γράψω ένα δίσκο για μας. Θα του δώσω το όνομα σου. Στην πρώτη πλευρά θα χωρέσω όλη την έμπνευση του κόσμου. Στη δεύτερη θα βάλω λίγο από το αίμα μας. Μα δε φτάνει. Θα συμπληρώσω σπέρμα, ιδρώτα, σάλιο. Θα βάλω φωνές και όλες εκείνες τις εκκωφαντικές σιωπές σου. Δεν θα σταματήσω μ’ ακούς; Θα τον γεμίσω με όλο το μέσα σου αυτό το γαμημένο δίσκο. Όταν γεμίσει με το μέσα σου λοιπόν θα κάτσω δίπλα στο πικάπ που αγοράσαμε μαζί, σε εκείνο το παζάρι που χαν στοιβάξει οι μπατίρηδες τις στιγμές τους δίπλα σε βιβλία, δίσκους, κηροπήγια, χρυσαφικά και παλιά νομίσματα. Μόλις η βελόνα γδάρει το βινύλιο δεν θα υπάρχει πια ροκ, φολκ, μπλουζ, τζαζ, πανκ και heavy metal. Θα υπάρχεις εσύ, η φτωχή μου πάρτη και ένα μπουκάλι ρούμι. Σαν την πρώτη φορά.

Από όταν μετακόμισε βρίσκει παντού, μουντζουρωμένες σελίδες με σκέψεις που γίνανε λέξεις. Τις μαζεύει όλες σε ένα παλιό ντοσιέ, γεμάτο αυτοκόλλητα από μπάντες που αγαπά! Απιθώνει το ντοσιέ πάνω στα βιβλία που αγαπά. Έχει χάσει πια το μέτρημα. Παλιά θυμόταν κάθε ένα από αυτά. Πλέον είναι εκατοντάδες και δυο βιβλιοθήκες δεν τον φτάνουν. Κάποια τα έχει δυο φορές. Πάλι καλά που πήγε στο καινούριο σπίτι και βρήκε λόγω της μετακόμισης κάμποσα από δαύτα, τα βάλε σε ένα κουτί και άρχισε να τα χαρίζει σε φίλους που αγαπά. Του αρέσει πολύ το νέο του σπίτι. Ένα παλιό λογιστικό γραφείο κοντά στο Μπαρουτάδικο, στο αγαπημένο του Αιγάλεω, άναρχα δομημένο, με μεγάλα παντζούρια και ένα ξεχαρβαλωμένο φλιπεράκι στην είσοδο. 92 τετραγωνικά όπως αναγράφει το συμβόλαιο, ήταν το πιο άνετο, ευάερο και ευήλιο σπίτι της ενήλικης ζωής του. Eν ίδει αστεϊσμού χρησιμοποιούσε τους παραπάνω χαρακτηρισμούς, όταν η μάνα του τον επισκεπτόταν.

–Η περίοδος του απογαλακτισμού φιλαράκι κρατά περισσότερο από όσο νομίζεις. Κρατά ως το θάνατο του ενός ή του άλλου. Του γαλακτιστή ή του γαλακτιζόμενου γιατί από ότι παρατηρώ αργείς να πιάσεις τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης, επομένως ας ρίξω υπότιτλους για σένα και το φιλοθεάμον κοινό.
Ο Πέτρος γέλασε. Ήταν απόλαυση να ακούς τον Σταύρο. Να τον παρακολουθείς ενώ από-δομεί κάθε συζήτηση, ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, προσβάλλει την κοινωνική ευπρέπεια και αφοδεύει μπροστά στην πόρτα της πολιτικής ορθότητας.

Δυο ποτήρια μπροστά τους και ένα γνωμικό σκαλιστό σε αυτά του Ιάκωβου του Ντάνιελς τους νουθετούσε και τους προέτρεπε κάθε μέρα που τα βγάζουν πέρα, να την βγάζουν πέρα όσο καλύτερα μπορούν. – Η καλύτερη μέρα να πιεις είναι η επόμενη ενός χωρισμού είπε ο Πέτρος.
-Διαφωνώ, η καλύτερη μέρα να πιείς είναι η προηγούμενη ενός χωρισμού. Μοιάζει με την τελευταία νύχτα της ζωής σου.
Με τα μάτια του σκάναρε τον χώρο. Ξύλινη μπάρα, φθαρμένη μωβ μοκέτα σκεπάζει το μωσαικό που κάνει νερά στην αντανάκλαση του χαμηλού φωτισμού. Ένα μαύρο ψυγείο που δεν ξεπερνά σε ύψος έναν κανονικό, φυσιολογικό αν προτιμάτε άρρεν. Ράφια, ράφια, ράφια, μπουκάλια, μπουκάλια, ποτήρια, πολλά ποτήρια, 2 κάνουλες που στάζουν ξεθυμασμένη μπύρα, 4 ξύλινες μοτοσυκλέτες της δεκαετίας του 60 και ένας κεραμικός μαύρος μπλούζμαν να πατά με τα χοντρά του δάχτυλα νότες στην κιθάρα του. 2 πράσινα μάτια χωρίς μπλε βλεφαρίδες, με δυο πεσμένα στήθη και μελάνι χυμένο στον καρπό της.
-Γαλλικά; Ρωτά ο Σταύρος δείχνοντας τον καρπό της
-Ναι απαντά εκείνη. Από μια ταινία του Γκασπαρ Νοέ. Ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα.
-Εκτός από το κρασί γλυκιά μου.
Η Χριστιάνα χαμογέλασε. Πριν κάποια λεπτά είχε συστηθεί και στους δυο τους. –Εσένα, λατινικά; Είπε δείχνοντας το εσωτερικό του μπράτσου του.
-Σωστά. Κανείς δεν μπορεί να ξεγελάσει τον θάνατο.
-Μόνο η ζωή γλυκέ μου.
-Βάλε μας μια γύρα και ένα για σένα. Το κέρδισες επάξια με την ατάκα σου.
Με ρομποτικές κινήσεις ύψωσαν ποτήρι, τσούγκρισαν, και ήπιαν το ποτήριον τούτο.

-Και τώρα τι θα κάνεις; Ρώτησε ο Πέτρος.
– Δεν έχω ιδέα. Αλλά δεν υπάρχουν και πολλά να κάνω. Υποθέτω θα γράψω όταν καταλαγιάσει το μέσα μου, μια ιστορία για την κοπέλα που έλεγε τους αριθμούς με χρώματα.
Oι μέρες πέρασαν, έγιναν μήνες, μα ο Σταύρος συνέχισε να ψάχνει την κοπέλα, που έλεγε τους αριθμούς με χρώματα.
-Το 8 είναι πορτοκαλί. Όσα και τα λεπτά που ήθελε ο συρμός τους. Ψιθύριζε στο αυτί του και ας ήξερε πως μπορούσε να τους δει ο καθένας.
-Το 12; Την ρώτησε
-Το δώδεκα είναι πράσινο, ένα βαθύ πράσινο.
-Και το 1;
-Το ένα είναι μπλε
-Ήμουν σίγουρος ότι θα έλεγες λευκό.
-Μα το λευκό δεν είναι χρώμα. Είναι μια κατάσταση. Ή μάλλον είναι όλα τα χρώματα μαζί.
Η πόρτα άνοιξε μπροστά τους. Κοίταξε με φόβο γύρω της. Περιεργάστηκε κάθε επιβάτη του βαγονιού του συρμού.
-Όλα εντάξει; Ελεύθερο το πεδίο;
Χαμογέλασε.
-Είσαι πολύ όμορφη της είπε, ενώ τα χείλη του φτιάξανε ένα άηχο σε θέλω.
-Είσαι τρελός του είπε.

Κόντευε δύο. Βγήκαν από την λάθος έξοδο και περπάτησαν κάποια μέτρα παραπάνω. Είχε παρκάρει τρία στενά παράλληλα του σταθμού του μετρό, κοντά στο σπίτι του. Δεν έχει σημασία το μέρος, η περιοχή αν προτιμάτε. Ας πούμε ότι ήταν χίλια μίλια από το κέντρο της γης. Ηθελημένα την πήγε από λάθος δρόμο. Θα κέρδιζε έτσι λίγο χρόνο μαζί της. Την έφερε πάνω του και την φίλησε. Εκείνη κατέβασε παιχνιδιάρικα την μύτη της στη δική του.
Τα μάτια δεν λένε ποτέ ψέματα. Καταραμένα να κρύβουν στο υγρό του αμφιβληστροειδή τους την αλήθεια μας. Φαινόταν λοιπόν ότι τον ήθελε. Ότι καύλωνε μαζί του όπως και εκείνος λιγωνόταν με την πάρτη της.
Και όμως φοβόταν, φοβόταν πολύ μην τυχόν τους δει κανείς μαζί. Σε μια στιγμή θα κατέστρεφε όσα με πολύ κόπο έχτιζε 6 γαμημένα χρόνια. Μια σχέση που όλοι ονειρεύονταν να ζήσουν.
-Γιατί ήρθες τώρα μου λες τον ρώτησε αρκετές φορές. Σκατά! Σκατά! Σκατά!
– Σκατά is my middle name baby! Ίσως ήρθα για αυτό. Γέλασαν και οι δύο.

Γελούσαν πολύ και πηδιόντουσαν περισσότερο. Δυνατά, σκληρά, δίχως όρια. Δυο σάρκες που ξόρκιζαν με το γαμήσι τους δαίμονες τους. Γυμνοί στο κρεβάτι του πίνανε ένα γάρο. Έλληνας από τους καλούς!
-Θυμάσαι εκείνο το βράδυ στου Ψυρρή, που είχαμε κάτσει σε ένα μικρό μαγαζάκι λίγο πριν την πλατεία των Αγιών Αναργύρων το Verve.
-Ναι, θυμάμαι
– Έβαλε ένα τραγούδι από Stooges και σε πήρα και φύγαμε.
– Nαι το I wanna be your dog. Λες και σε χτύπησε ρεύμα έκανες.
– Δεν το κανες θέμα όμως, ούτε με ρώτησες ποτέ.
– Σκέφτηκα ότι αν το θελες θα μου μιλούσες για αυτό.
– Αυτό το τραγούδι είναι το σημείο μηδέν μου. Δεν ξέρω αν έχεις βρεθεί ποτέ στο σημείο μηδέν. Τι λέω; Σίγουρα θα έχεις βρεθεί. Ειδικά εσύ. Το σημείο μηδέν, έρχεται όταν δεν έχεις τίποτα. Το σημείο μηδέν έρχεται όταν η ζωή γδέρνει το τομάρι σου, όταν το προστάζει να στάξει κάθε του στιγμή και να μείνεις μόνος σου με καθρέφτη όσα φωλιάζουν μέσα σου. Το σημείο μηδέν έρχεται όταν δεν έχεις τίποτα πια να χάσεις. Το σημείο μηδέν έρχεται όταν δεν έχεις τίποτα πια να κερδίσεις. Το σημείο μηδέν είναι η κοιλιά του τέρατος. Το σημείο μηδέν είναι το κολλώδες γαστρικό υγρό που σε προφυλάσσει από τα μολυσμένα κύτταρα που φτύνουν οι βρώμικες αναπνοές των ανθρώπων πάνω σου. Το σημείο μηδέν είναι οι ενοχές, οι φόβοι, τα μικρόβια, ο θάνατος που πλησιάζει, το αίμα που τρέχει, τα κορμιά που κάνουν σεξ χωρίς προφύλαξη, οι εφιάλτες. Γυμνά, χωρίς την προβιά των λέξεων να τα προστατεύει. Το σημείο μηδέν είναι τα ψυχοφάρμακα, τα ντρόγκια, τα ηρεμιστικά, η μεθαδόνη, οι ακτινοβολίες, τα υγρά μπαταρίας σε ενέσιμη μορφή. Γυμνά, χωρίς την προβιά των ονείρων να τα προστατεύει. Το σημείο μηδέν είναι το τέλος του πολιτισμού, ο φόνος, ο εμπρησμός, ο βιασμός, τα κτηνώδη ένστικτα. Γυμνά χωρίς την προβιά της παιδικής ηλικίας να τα προστατεύει. Το σημείο μηδέν είναι ρολόγια που σπάνε και ξερνάνε τους δείκτες τους, παιδιά που χαρακώνονται γιατί δεν μπορούν να κοιμηθούν, δαίμονες που πίνουν αίμα για να μείνουν πάντα νέοι, άγγελοι έκπτωτοι που πούλησαν για λίγη ελευθερία τον παράδεισο. Το σημείο μηδέν είναι η μυρωδιά σου. Το σημείο μηδέν είμαι εγώ και εσύ, χίλια μίλια από το κέντρο της γης. Τον φίλησε.
Κοιμόταν δίπλα του. Γυμνή. Γαλήνια. Όμορφη. Μύριζε άμμο και αλάτι.

Τα αρώματα, φτηνά και ακριβά δεν του λέγανε τίποτα. Εκείνη μύριζε άμμο και αλάτι. Για κάποιο περίεργο λόγο την φοβόταν. Δεν ήταν μαθημένος έτσι.
Δεν είχε μάθει να μιλάει με τις ώρες. Δεν είχε μάθει να του φυσάνε τα μάτια και να μην αντιδρά. Δεν είχε μάθει να μην σκέφτεται. Τον έπιασε ένας δυνατός πόνος στο στομάχι. Μια σουβλιά τον δίπλωσε στα δυο. Σηκώθηκε με δυσκολία και πήγε στο μπάνιο. Γονάτισε στο νιπτήρα. Χείρα βοηθείας το παλιό μάρμαρο. Στάθηκε στα πόδια του. Τον έπιασε βήχας δυνατός. Του κόπηκε η ανάσα σχεδόν.
Έδεσε τα χέρια του γροθιές και χτύπησε την κοιλιά του μπας και σταματήσει ο βήχας. Χτύπησε και πάλι την κοιλιά με τις γροθιές του. Έφτυσε αίμα, αίμα πολύ.
Και μια γλώσσα, κατακόκκινη, ροδαλή, σα μοσχαριού. Σπαρταρούσε μπρος του, σαν ψάρι που ψάχνει νερό. Ο βήχας δεν σταμάτησε. Σα μαχαιριά έκοβε κάθε τόσο το λαρύγγι του.
Σφάδαζε από τον πόνο. Ο οισοφάγος του είχε φράξει. Φυλάκιζε τα ουρλιαχτά του, που ζητούσαν δίοδο. Έκανε πάλι γροθιά την αριστερή του παλάμη. Έσπασε με αυτή τον καθρέφτη και άρπαξε ένα κομμάτι γυαλί. Μυτερό στην άκρη του, έμοιαζε με παγοκόφτη. Το φερε κοντά στο λαιμό του. Χάραξε κάτω από το σαγόνι του μια βαθιά τομή. Μια καρδία παλλόμενη, είχε φράξει τον οισοφάγο του.

Μέσα Οκτώβρη και η νέα σπουδαστική χρονιά ξεκινούσε για τους εγγεγραμμένους στο ΙΕΚ που διηύθυνε πια, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του θείου του το περασμένο καλοκαίρι. Βαριόταν αφόρητα τις βραδιές καλωσορίσματος των νέων σπουδαστών και έψαχνε κάθε τρόπο να τις αποφύγει. Προφασίστηκε λοιπόν ένα εσπευσμένο ταξίδι στο εξωτερικό και άφησε ένα σημείωμα να διαβαστεί εν τη απουσία του, που έκλεινε με μια αγαπημένη της φράση: «Κανένα όνειρο δεν ζει χωρίς την ελπίδα της αιωνιότητας»

– Πολύ όμορφο αυτό που είπες
– Κάποια άλλη μου το χε πει και μένα.
– Τη θυμάσαι ακόμη;
– Ναι. Η Ελένη της έμοιαζε τόσο πολύ. Όπως και η Μαρίνα χθες. Και η Ναταλία πριν μια βδομάδα. Και η Μαρία που γνώρισαν με τον Πέτρο στο μπαρ τις προάλλες. Και η Αγγελική που ρουθούνιζε όταν γελούσε.
– Και εμείς;
– Εμείς, θα γαμήσουμε το σύμπαν. Είμαστε γεννημένοι για αυτό. Είναι στο αίμα μας που λένε. Όταν συναντηθούν δυο άνθρωποι όπως εσύ και γω, έλκονται αμοιβαία σαν μαγνήτες. Σαν δυο μαγνήτες στο κέντρο της γης, δυο σώματα σταυρωμένα. Δυο σώματα σταυρωμένα που δεν φοβούνται να παραδεχτούν μεγαλόφωνα, πως μαζί είναι ο ομφαλός της γης. Ο αρσενικός και θηλυκός πόλος του σύμπαντος. Περνούν λοιπόν ο ένας τα χέρια του, στα χέρια του άλλου και ο ουρανός εκρήγνυται, ο πολιτισμός καταρρέει, τα τσιμεντένια όνειρα της ανθρωπότητας γκρεμίζονται μπρος τους. Δεν υπάρχουν όνειρα πια, δεν υπάρχει αιωνιότητα, δεν υπάρχει πολιτισμός. Υπάρχει μόνο: το σημείο μηδέν. Η αρχή των πάντων.

Σπύρος Σμυρνής

Advertisements

Posted on Οκτώβριος 17, 2016, in Uncategorized and tagged , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: