Δεν πετάς έτσι έναν έρωτα…

love_letter.jpg«Πόσα  “τώρα” πιστεύεις πως μπορώ ν’ αντέξω μονάχη; Τι θα πει θα ξαναγυρίσεις; Γιατί έφυγες καν εξαρχής; Εξήγησέ μου στα πόσα “κάποια στιγμή εμείς…” θα πρέπει να πάψω πια να πιστεύω; Ποιο “εμείς”; Πώς “εμείς”; Μια σταλιά άνθρωπος να υπάρχω για δυο. Παρήγορες οι αναμνήσεις για να γεμίζουν το κενό σου, μα κάποια στιγμή ξεθωριάζουν. Και τότε τι; Άσε με να σου πω τι γίνεται τότε…

Συνειδητοποιείς ότι μιλάς στον αέρα, ότι αγκαλιάζεις το τίποτα. Ότι δεν είσαι πια επιλογή. Κι άντε βγάλ’ τα  πέρα μ’ αυτό.

Πάντα μπορούσες μακριά μου. Αυτό πονούσε πιο πολύ απ’ όλα. Να μπορείς χωρίς εμένα. Να κρατάς σκέψεις και συναισθήματα ανομολόγητα. Να πνίγεσαι απ’ αυτά που νόμιζες ότι έπρεπε να μου δώσεις. Από τα πολλά που φανταζόσουν πως ήθελα. Δεν ζήτησα ποτέ τίποτα κι αυτό σε εξόργιζε. Θέλησες να μου δώσεις τα πάντα. Κατέληξες να μου τα πάρεις όλα. Ό, τι είχα μέσα μου. Μα, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς για σένα ήταν. Δεν θα έχει άλλος την τύχη να το ζήσει αυτό. Σε έβαλα τόσο ψηλά που στο τέλος δεν σ’ έφτανα ούτε εγώ. Σ’ άρεσε τόσο εκεί πάνω γιατί μ’ έβλεπες τόση δα. Μια σταλιά. Κι έτσι μ’ αντιμετώπιζες όποτε ήσουν στις κακές σου. Κι έτσι ένιωθα, μικρή κι ασήμαντη. Υπήρχα μέσα από σένα. Αποκτούσα νόημα, υπόσταση, γινόμουν σημαντική μόνο όταν ήσουν πλάι μου. Με εξαφάνισα για να υπάρχεις. Σ’ άφησα τελικά να μ’ αφήσεις… Ή μήπως δεν σε είχα ποτέ;»

Τσαλάκωσε με μανία το κιτρινισμένο χαρτί και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Είχε περάσει τόσος καιρός, κι ακόμα αυτές οι γαμημένες αράδες τον πονούσαν, όπως την πρώτη φορά που τις διάβασε. «Γιατί έφυγα;» μουρμούρισε με σπασμένη φωνή, «γιατί… γιατί έτσι. Γιατί φοβήθηκα. Γιατί τρόμαξα από τη δύναμή σου. Και ήσουν πράγματι τόσο δυνατή, ρε γαμώτο… Τόσο που μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μαζί μου και με όσες ανασφάλειές μου πρόβαλλα πάνω σου. Έφυγα για έναν μαλακισμένο εγωισμό. Γιατί φοβόμουν μη φύγεις πρώτη εσύ−»

«Παιδί μου, τι κάνεις, μιλάς μόνος σου;» η κυρία Ελένη μπήκε στο δωμάτιο γεμάτη απορία.

«Τίποτα, ρε μάνα, τίποτα», απέστρεψε το βλέμμα νευρικά.

«Καλά, Μάνο μου, καλά. Τέλειωσες με τα πράγματά σου; Ξεκαθάρισες τι θα πάρεις στο καινούργιο σπίτι; Πέτα και τίποτα, έχεις μαζέψει ένα σωρό βλακείες! Να, αυτό εδώ τι έχει μέσα…»

Πλησίασε το γαλάζιο βελούδινο κουτί που βρισκόταν ανοιγμένο στα πόδια του. Πριν προλάβει να απλώσει το χέρι της, ο Μάνος άρπαξε το τσαλακωμένο σημείωμα, το πέταξε μέσα κι έκλεισε γρήγορα το κουτί. Οι κινήσεις του ήταν νευρικές, τα μάτια του κόκκινα.

«Τίποτα σπουδαίο, κάτι παλιά αναμνηστικά. Πέταξέ το όπως είναι…»

«Εντάξει, θέλεις μήπως βοήθεια με τα υπόλοιπα;»

«Όχι, τελειώνω».

Η κυρία Ελένη βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο. Κοντοστάθηκε και κοίταξε προβληματισμένη το γαλάζιο κουτί. Δεν μπορούσε να είναι τόσο ασήμαντο. Ο Μάνος ταράχτηκε πολύ με το περιεχόμενό του. Το άνοιξε δειλά…

Το εσωτερικό του ήταν ντυμένο με φωτογραφίες δικές του και της Σοφίας. Στιγμές φυλακισμένες από τις πρωτοχρονιές και τα καλοκαίρια τους. Εκεί μέσα ήταν το μπρελόκ που του είχε χαρίσει εκείνη και που το κουβαλούσε έξι χρόνια στα κλειδιά του, ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ με καμένες άκρες και μια ημερομηνία γραμμένη με στυλό -από ένα στοίχημα που είχαν βάλει- η ασημένια ταμπακιέρα με χαραγμένα τα αρχικά του και την ημερομηνία της επετείου τους, δώρο κι αυτό της Σοφίας, η αγαπημένη του γραβάτα, αυτή που του χάρισε την πρώτη τους πρωτοχρονιά και την οποία χάλασε η κυρία Ελένη όταν πήγε να την πλύνει. Μα, νόμιζε πως ο Μάνος την είχε πετάξει, ήταν άχρηστη πια… Κι ένα τσαλακωμένο σημείωμα. Όλα απομεινάρια του έρωτά του με την Σοφία. Απομεινάρια της ζωής που έζησε μαζί της και αυτής που δεν πρόλαβε να ζήσει, όταν άφησε τον εγωισμό του να τα τινάξει όλα στον αέρα. Την είχε αγαπήσει πολύ την Σοφία, το ήξερε καλά. Ήταν πλάσμα μαγικό. Ανάλαφρη, δοτική, στοργική, τον νοιαζόταν τόσο πολύ, προσπάθησε υπερβολικά να τον καταλάβει, ήταν εκεί σε όλα του τα ζόρια, έστω κι αν εκείνος δεν ήταν στα δικά της. Ναι, αυτά τα δυο παιδιά είχαν αγαπηθεί πολύ, μα δεν βρήκαν ποτέ τον τρόπο να είναι μαζί χωρίς να πληγώνουν ο ένας τον άλλον. Όχι  πως ήξεραν και πώς να ζήσουν  χώρια, όμως αυτό έγινε τελικά. Θες γιατί το επέλεξαν, θες γιατί αφέθηκαν στις συγκυρίες. Η κυρία Ελένη βγήκε στην αυλή και άνοιξε τον κάδο για τα σκουπίδια, μα την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε, γύρισε στο υπνοδωμάτιό της και έκρυψε το κουτί στον πάτο της ντουλάπας της.

«Δεν πετάς έτσι έναν έρωτα», μονολόγησε και πήγε στην κουζίνα της.

*

Έξι μήνες μετά, ο Μάνος είχε πια μετακομίσει στο σπίτι που νοίκιασαν με τη Βίκυ. Η Βίκυ… καλό παιδί, πρόσχαρη, λιγάκι απόλυτη, λιγάκι αδιάφορη, το άκρως αντίθετο της Σοφίας, μα τον νοιαζόταν τον Μάνο, τον αγαπούσε. Ο Μάνος, από την άλλη, αποφάσισε να μείνει μαζί της χωρίς να το πολυσκεφτεί. Του άρεσε η Βίκυ, περνούσε καλά μαζί της, μπορούσε να ξεχαστεί. Προσπάθησε με κείνη να γεμίσει τα κενά που του άφησε η σχέση του με τη Σοφία. Και νόμιζε πως τα είχε καταφέρει. Δεν αφέθηκε, δεν ανοίχτηκε, βέβαια, ποτέ στη Βίκυ. Δεν τόλμησε να της δείξει όσα στη Σοφία. Γιατί πολύ απλά… δεν ήταν εκείνη. Υπήρχε μια σιωπηλή απόσταση ανάμεσά τους, ένας νοητός, αόρατος, γυάλινος τοίχος. Παρ’ όλα αυτά, οι μήνες κυλούσαν, σπίτι, δουλειά, φίλοι, η συμβίωση ήταν καλή.

Ένα βράδυ ο Μάνος επιστρέφοντας σπίτι εξαντλημένος από τη δουλειά, δεν βρήκε την  Βίκυ πουθενά. Εκκωφαντική σιωπή στο δυαράκι και ένα σημείωμα στη δική του μεριά του κρεβατιού:

«Ήταν όμορφα, είχαμε τις στιγμές μας. Όμως είναι καλύτερα να κλείσουμε τον κύκλο μας εδώ. Πριν αρχίσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος να μας στοιχειώνουν για τα καλά. Δεν θέλω να σε μοιράζομαι. Δεν το μπορώ. Δεν μου μίλησες ποτέ για κείνη. Δεν ξέρω τι μεσολάβησε. Τι πληγές κουβαλάς. Καταλαβαίνω πως πρέπει να ήταν ξεχωριστή. Και τυχερή. Πολύ τυχερή που σε είχε. Πολύ τυχερός κι εσύ που βίωσες έναν τέτοιο έρωτα. Όχι πως η δική μας σχέση δεν ήταν ξεχωριστή. Μα, αν έχεις ζήσει έναν έρωτα σαν κι αυτόν, μπορεί μετά να μην σου αρκεί η αγάπη.

Να προσέχεις.

Βίκυ»

Άφησε το σημείωμα να πέσει στο πάτωμα. Αναρωτήθηκε τι έκανε λάθος. Προσπάθησε, αυτή τη φορά προσπάθησε πραγματικά για να πετύχει η σχέση. Ή μήπως όχι; Να λοιπόν, που η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή τη φορά χωρίς δράματα και κλάματα, χωρίς ομηρικούς καυγάδες στις τρεις το πρωί, χωρίς σπασμένους καθρέφτες, χωρίς ραγισμένους εγωισμούς. Αλλά και πάλι με ένα σημείωμα. Ο Μάνος ένιωσε απαίσια. Όχι γιατί έφυγε η Βίκυ. Αλλά γιατί κατά βάθος ανακουφίστηκε. Είχε δίκιο σε όσα του έγραψε. Το φάντασμα της Σοφίας τον είχε στοιχειώσει. Όσα δεν έκανε, τα λάθη του, οι υπερβάσεις, όσα έδωσε, όσα της πήρε, οι υπερβολές, οι μαλακισμένες αντιδράσεις, και το τεράστιο κενό που ένιωθε μέσα του χωρίς εκείνη, ήταν όλα εκεί.

Περιπλανήθηκε για ώρες, περπάτησε πολύ, ήπιε πολύ. Ξημερώματα βρέθηκε στο πατρικό του. Ξεκλείδωσε αθόρυβα και πέρασε το κατώφλι. Μετά από πέντε λεπτά η μάνα του ήταν όρθια στο διάδρομο.

«Αγόρι μου, είσαι καλά; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα; Η Βίκυ;»

Έπεσε στην αγκαλιά της ψελλίζοντας «Καλά είμαι μαμά, μπορώ να κοιμηθώ απόψε εδώ;»

«Το συζητάς; Στο σπίτι σου αν μπορείς να κοιμηθείς; Εννοείται».

Η κυρία Ελένη γύρισε στο υπνοδωμάτιό της, άναψε το πορτατίφ και άνοιξε τη ντουλάπα της, ήξερε πως έπρεπε κάτι να βρει…

*

Ο Μάνος κοιμήθηκε ελάχιστα. Ανήσυχος, ανάμεσα σε παραμιλητά και λυγμούς. Όταν σηκώθηκε, βρήκε πάνω στο γραφείο του ένα γαλάζιο βελούδινο κουτί. Εκείνο το κουτί που είχε ζητήσει από τη μάνα του να πετάξει όταν ξεκαθάριζε τα πράγματά του για να μείνει με τη Βίκυ. Το γαλάζιο κουτί που περιείχε όλη του τη ζωή. Γιατί αυτό ήταν η Σοφία. Όλη του η ζωή. Και ήταν πολύ χαζός που δεν το παραδέχτηκε τότε. Θα πρέπει να ήταν τρελός που την άφησε να φύγει, που την έδιωξε με τον τρόπο του, με κάθε τρόπο. Με τρεμάμενα χέρια έπιασε το τσαλακωμένο σημείωμά της «Με εξαφάνισα για να υπάρχεις. Σ’ άφησα τελικά να μ’ αφήσεις… Ή μήπως δεν σε είχα ποτέ;»

«Μα πόσο ηλίθιος μπορεί να ήμουν; Πώς επέτρεψα να νιώσει έτσι; Πώς μπόρεσα να προκαλέσω τόσο πόνο στη μοναδική γυναίκα που μ’ έκανε ζωή της;» σκέφτηκε φωναχτά.

Ντύθηκε γρήγορα και βγήκε στην αυλή. Η κυρία Ελένη τον υποδέχτηκε με ένα στοργικό χαμόγελο κι ένα βλέμμα γεμάτο ανησυχία.

«Καλημέρα, Μάνο μου, κοιμήθηκες καλά;»

«Καλημέρα, μαμά, είμαι καλά».

«Να σου βάλω καφεδάκι;»

«Ναι, αμέ».

Ήπιαν τον καφέ τους αμίλητοι. Εκείνη δε ρώτησε το παραμικρό, αν ήθελε ο Μάνος θα της έλεγε.

«Μαμά, συγγνώμη για χτες, δεν ήθελα να σε ανησυχήσω».

«Δεν πειράζει, αγόρι μου, αρκεί να είσαι καλά».

«Η Βίκυ έφυγε».

«Και πως νιώθεις γι’ αυτό;»

«Κοίτα, θέλω πολύ να μιλήσουμε, αλλά είναι κάτι που πρέπει να κάνω».

«Εντάξει, Μάνο μου, ότι θέλεις, εδώ είμαι εγώ».

Ο Μάνος σηκώθηκε βιαστικά, έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί της «ευχαριστώ».

«Θα πάω να τη βρω», της πέταξε πάνω από την πλάτη του κι έφυγε τρέχοντας.

Η κυρία Ελένη δεν χρειάστηκε να ρωτήσει «ποια;», μονάχα χαμογέλασε. Ήξερε πως δεν θα έψαχνε τη Βίκυ.

Σηκώθηκε να μαζέψει τα φλιτζάνια και μονολόγησε:

«Εύχομαι μονάχα, τώρα που μπορείς εσύ να μιλήσεις, να θέλει κι εκείνη ν’ ακούσει, γιε μου…

Στο κάτω κάτω, δεν πετάς έτσι έναν τέτοιο έρωτα».

 

Βάσια Π.

 

 

 

 

 

Advertisements

Posted on Ιουνίου 7, 2016, in Γνώμες, Uncategorized. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: