Σε τρεις πράξεις

couple3Πράξη πρώτη

Σαββατόβραδο γύρω στις έντεκα. Την κρατά απ’ το χέρι προστατευτικά. Διασχίζουν το δρόμο ψάχνοντας ταξί. Είναι δεν είναι γύρω στα δεκαέξι και οι δυο τους. Λυκειόπαιδα. Εκείνος ούτε παιδί, ούτε άντρας ακόμα, περήφανος που την κυκλοφορεί γιατί ξέρει ότι μετράει. Την έχει καψουρευτεί, μα δεν θα το πει. Τουλάχιστον όχι αμέσως. Ε, μη τον πουν και φλώρο οι μάγκες της παρέας. Εκείνη όμορφη, ντυμένη προκλητικά γιατί βιάζεται να μεγαλώσει αλλά και γιατί δεν θέλει να διαφέρει από τις υπόλοιπες της ηλικίας της. Τουλάχιστον όχι εξωτερικά. Το μέσα της είναι άλλη υπόθεση. Βαμμένο πρόσωπο- αν και δεν της χρειάζεται, είναι πραγματικά όμορφο κορίτσι- μαλλιά στην εντέλεια. Έχει κολλήσει μαζί του από καιρό, όμως δεν θα του το κάνει εύκολο. Έσκαγε από το κακό της κάθε που τον έβλεπε να πλησιάζει άλλη στο προαύλιο, τώρα είναι η σειρά της να τον τυραννήσει. Λιγάκι έστω. Φθινοπώριασε  κι έχει ψύχρα. Τα ταξί προσπερνούν γεμάτα κι εκείνη αρχίζει να τρέμει, θες από το αεράκι, θες από την ταραχή της που είναι επιτέλους μαζί του… Απλώνει διστακτικά το χέρι του και το τυλίγει στους ώμους της. Εκείνη ξαφνιάζεται, μα δεν τραβιέται. Επιτέλους ταξί… Σαββατόβραδο για ένα αγόρι και ένα κορίτσι που αδημονούν να γίνουν ένα.

Πράξη δεύτερη

Κοιτάζει το ρολόι της ανυπόμονα. Όπου να ναι θα φανεί. Βάζει τις σκέψεις της σε τάξη. Ένα μισάωρο κενό έχουν , πρέπει να προλάβει να του τα πει όλα. Ό, τι σοβαρό την απασχολεί σήμερα, ό, τι τη νευρίασε στη δουλειά, όποια  χαζομάρα σκέφτηκε ενώ ήταν κολλημένη στην κίνηση. Και… να’τος! Φουριόζος, μπαίνει στο μαγαζί, σκανάρει το χώρο και την εντοπίζει σε κλάσματα δευτερολέπτου. Πλησιάζει και της σκάει ένα γρήγορο φιλί στα χείλη. «Τι κάνεις ψυχή μου;», τη ρωτάει κοιτάζοντάς την κατευθείαν στα μάτια. Διαβάζει το βλέμμα της αμέσως: «Τι σε βασανίζει;». Πράγματι κάτι την προβληματίζει, αλλά δεν θα του πει. Όχι από κακία ή γιατί φοβάται να του ανοιχτεί, αλλά επειδή δεν θυμάται καν τι ήταν αυτό που σκεφτόταν όσο τον περίμενε. Της αρκεί που είναι μαζί της. Σαν να έφυγαν τα συννεφάκια που την έπνιγαν μόλις τον είδε. Του απαντά με ένα χαρούμενο «τίποτα, καλά είμαι» και ψάχνει να χωθεί στην αγκαλιά του. Όταν έρχεται η ώρα να παραγγείλουν, μιλάει εκείνη και για τους δυο- διαβάζοντας  σωστά την επιθυμία του. Άλλωστε, εκείνη ξέρει πώς πίνει τον καφέ του. Κι εκείνος ξέρει πώς γέρνει τους ώμους  της κάθε που οι σκέψεις την βασανίζουν. Οι δυο τους ξέρουν πώς μοιάζει η τέλεια αγκαλιά, γιατί ακόμα και στις άβολες πολυθρόνες  της καφετέριας καταφέρνουν να κουμπώσουν άρτια μεταξύ τους σαν κομματάκια από πάζλ. Οι κινήσεις του συμπληρώνουν τις δικές της. Το βλέμμα της μαντεύει τις λέξεις του πριν καν ειπωθούν. Κοιτάζοντάς  τους από μακριά καταλαβαίνεις ότι είναι χρόνια μαζί. Είναι και οι δυο τους γύρω στα είκοσι πέντε. Έμαθαν ο ένας τον άλλον όχι από ρουτίνα, αλλά από έρωτα… Ξαφνικά, εκείνη κάνει εκνευρισμένη νόημα στο σερβιτόρο. «Κάνατε λάθος. Σκέτο τον πίνει τον καφέ του»… Κάτι από εκείνα τα μικρά, τα ανούσια που κάνουν το άλλον να νιώθει σημαντικός γιατί τον νοιάστηκες.

Πράξη τρίτη

Εκείνος μπροστά,  εκείνη ακολουθεί πίσω του. Μπαίνουν στο μπαράκι μαζί κουβαλώντας επάνω τους μια περίεργη ένταση. Είναι και οι δυο τους πολύ όμορφοι. Εκείνη, σώμα σμιλεμένο, πλούσια μακριά μαλλιά κι εκείνος, μελαχρινός, με βλέμμα διαπεραστικό σαν να έχει βγει  από διαφήμιση. Κάθονται στο μπαρ και παραγγέλνουν. Εκείνος τζιν, εκείνη ένα ποτήρι κρασί. Όμως κάτι στην ατμόσφαιρα μαρτυρά πως αυτή δεν είναι η βραδιά τους. Δεν ανταλλάσσουν ούτε βλέμμα. Εκείνη παίζει αμήχανα με το ποτήρι της κι εκείνος ανάβει με κινήσεις βιαστικές κι απότομες ένα τσιγάρο. Μιλάει πρώτος. Το σώμα του μαρτυρά οργή. Εκείνη μαζεμένη ήδη από τη στιγμή που κάθισαν, συρρικνώνεται ακόμα πιο πολύ, ωστόσο φαίνεται πως θέλει να  προβάλει αντίλογο. Τα μάτια της έχουν μέσα τους παράπονο και θυμό. Το υπόλοιπο σώμα της όμως φωνάζει από μακριά απόγνωση, οπισθοχώρηση, κατανόηση. Τσακώνονται. Ποιος ξέρει γιατί. Ποιος ξέρει σε ποιον ανήκει το λάθος και σε ποιόν το σωστό. Κοιτάζοντάς τους από μακριά καταλαβαίνεις ότι αυτός ο άντρας και αυτή η γυναίκα νιώθουν τόσα πολλά ο ένας για τον άλλον. Όχι, δεν πρόκειται για έναν από εκείνο τους καυγάδες ανάμεσα σε ανθρώπους άχρωμους και ανέραστους που βάζουν τις φωνές απλά για να γεμίζουν το χώρο. Καμία σχέση. Ετούτοι οι δυο έχουν ιστορία μαζί, έστω κι αν δεν το ξέρουν. Υπάρχει ένταση, πόνος, αγανάκτηση, πληγωμένος εγωισμός… Πριν καλά-καλά περάσει ένα δεκάλεπτο εκείνος σηκώνεται και φεύγει. Ήρθαν μαζί. Φεύγει μόνος του. Την αφήνει εκεί στην άκρη της μπάρας, να προσπαθεί να καταπιεί ένα λυγμό και να κρατήσει τα μάτια της στεγνά. Φωνάζει τη μπαργούμαν για να πληρώσει τα ποτά συγκρατώντας με βία τα δάκρυά της. Εκείνη- αν και δεν την ξέρει-  τη ρωτάει αν είναι καλά. Της εξηγεί μαλακά πως δεν πρόκειται να πάρει λεφτά για τα ποτά γιατί ούτε που τα άγγιξαν… Ώρα να μαζέψει την πληγωμένη αξιοπρέπειά της και να φύγει από το μαγαζί σα να μη συνέβη τίποτα και ας την κοιτάζουν όλοι περίεργα. Μα δεν τη νοιάζει αν έγινε αντικείμενο σχολιασμού, αν ρεζιλεύτηκε. Εκείνο που τη νοιάζει είναι ότι «γλίστρησε» πάλι μέσα από τα χέρια της σαν ίσκιος. Και δεν κατάλαβε που έφταιξε. Αν έφταιξε. Δεν κατάλαβε γιατί όσο προσπαθεί να πλησιάσει, βρίσκεται όλο και πιο μακριά του…

Τρεις ιστορίες. Ή μάλλον τρία ασπρόμαυρα φωτογραφικά καρέ της ίδιας ιστορίας. Έξι πρωταγωνιστές. Ή μήπως είναι μόνο δύο; Πάντα οι ίδιοι δύο. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Σ’ ένα μοτίβο επαναλαμβανόμενο και συνάμα μοναδικό. Αυτό του έρωτα.

Κοινός τόπος το «μαζί». Στα δεκαέξι, στα είκοσι πέντε, στα τριάντα, αν είσαι φτιαγμένος να νιώσεις, θα νιώσεις. Αν είναι στη φύση σου να φοβηθείς, θα το κάνεις. Αν υποχωρείς, αν θυσιάζεσαι, αν επιτίθεσαι, αν γκρεμίζεις ότι χτίζεις από πείσμα, θα το κάνεις. Από το «σε  γουστάρω», το «μου αρέσεις», το «μου λείπεις» μέχρι το «σ’ έχω ερωτευθεί», «σ’ αγαπώ», «σε θέλω» ή ακόμα και το «σε μισώ». Χωρίς ηλικία, χωρίς ταμπέλες, έξω από νόρμες και κανονικότητες. Εκείνο που μένει είναι πάντα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η απλούστερη συνταγή. Μπορείς μ’ αυτά τα δυο συστατικά να χτίσεις μια ολόκληρη ζωή. Ή μπορείς απλά να την ονειρευτείς. Εξίσου σημαντικό. Μπορείς ακόμη να αρνηθείς την προοπτική του «μαζί», χωρίς καν να το δοκιμάσεις. Μπορείς να δειλιάσεις ή να τολμήσεις.

Όταν ο καιρός περάσει θα είσαι πάντα εκείνο το αγόρι που την έκανε να πιστεύει, να ελπίζει, να ονειρεύεται. Ο βασιλιάς του κόσμου της.

Όταν ο καιρός περάσει, θα είσαι πάντα εκείνο το κορίτσι που κατάφερε να ρίξει τις άμυνες του, που του έμαθε να αφήνεται, που τον έμαθε καλύτερα και από τον ίδιο του τον εαυτό. Θα έχεις κατακτήσει το μυαλό του, θα έχεις δώσει πια νόημα  στον κόσμο του.

Βάσια Π.

 

Advertisements

Posted on Δεκέμβριος 3, 2015, in Γνώμες, Uncategorized and tagged , . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: