Εμείς και οι «αραπάδες»

Ο ανθρώπινος πόνος είναι μια κατάσταση υποκειμενική. Ειδάλλως, ένας διάσημος και πάμπλουτος ροκ σταρ, λ.χ., δεν θα αφηνόταν στη σταδιακή αποκτήνωση μέσω του αλκοόλ και των ναρκωτικών ή πάλι ένας ευκατάστατος Σουηδός συνταξιούχος δεν θα επέλεγε να ξεφύγει από την κατάθλιψη καταπίνοντας μεμιάς καμιά τριανταριά υπνωτικά χάπια. Επόμενο είναι να δεχθώ, επίσης, ότι η συγκρισιμότητα παρόμοιων καταστάσεων είναι πάντα σχετική και παρακινδυνευμένη.

Παρ’ όλα αυτά, προσπαθώ να φαντασθώ ποια στάση θα παίρναμε αν καλούμασταν να επιλέξουμε ανάμεσα, από τη μια πλευρά, στη ζωή εδώ, στην Ελλάδα του Μνημονίου, με όλες τις στερήσεις και τις θυσίες που μας περιμένουν, και, από την άλλη, στη ζωή σε μια χώρα όπου το προσδόκιμο της ζωής είναι τα 53 χρόνια και το 39% των παιδιών κάτω των πέντε ετών είναι λιποβαρή, όπου αντιστοιχεί ένας γιατρός ανά 50.000 κατοίκους (ενώ εμείς είμαστε τρίτοι στην παγκόσμια κατάταξη με 6 ανά 1.000 κατοίκους) και 8 αυτοκίνητα ανά 1.000 κατοίκους (ενώ σε εμάς 451), όπου μόνον το 2,2% διαθέτει κινητό τηλέφωνο (και οπωσδήποτε όχι iPhone ή Blackberry…) ενώ το δικό μας ποσοστό φθάνει το 90,3%. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσω πολύ για την απάντηση. Λαμβανομένων υπ’ όψιν ακόμη ότι η χώρα την οποία έχω στον νου μου είναι περίκλειστη, με μόνον το 0,02% της έκτασης να καλύπτεται από νερό, ότι η θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 30 και 40 βαθμών Κελσίου επί 8 μήνες τον χρόνο και ότι οι συχνότερες αιτίες θανάτου είναι η ελονοσία, η φυματίωση, η μηνιγγίτιδα και η ιλαρά, δεν μου μένει η παραμικρή αμφιβολία ότι η συντριπτική πλειονότητα θα επιλέγαμε την Ελλάδα του Μνημονίου. Για τον λόγο ότι, πολύ απλά, η ζωή εδώ είναι καλύτερη, έστω και με το Μνημόνιο.

Αν η υπόθεσή μου δεν είναι εσφαλμένη, τότε τι μας έπιασε και γίναμε έξω φρενών με την Κριστίν Λαγκάρντ, επειδή τόλμησε να υπαινιχθεί ότι ίσως θα έπρεπε να αναλογισθούμε τη θέση μας υπό την προοπτική της πραγματικότητας στη Δημοκρατία του Νίγηρα; (Βέβαια, δεδομένου ότι κάπου 48% των ερωτηθέντων σε κάποια δημοσκόπηση θεωρεί ότι η καταγγελία του Μνημονίου δεν θα επιφέρει έξοδο από την Ευρωζώνη, δεν θα απέκλεια η αιτία της οργής να είναι η χονδροειδής άγνοια. Δεν θα με εξέπληττε ιδιαιτέρως, αν διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των Νεοελλήνων πιστεύει ότι ο Νίγηρας είναι το πλουσιότερο καντόνι της Ελβετίας ή μικροσκοπικό δουκάτο που συνορεύει με το Λουξεμβούργο…) Και πώς εξηγείται, ειδικά, ότι οι περισσότερο θιγέντες από τον παραλληλισμό της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ ήσαν οι αριστεροί ή, τέλος πάντων, εκείνοι που ελεεινολογούν τον δαίμονα του νεοφιλελευθερισμού με αριστερή επιχειρηματολογία; (Ισως επειδή –τολμώ να πω– το Μνημόνιο απειλεί τα επαγγελματικά δικαιώματά τους, καθόσον η ιδιότητα του αριστερού στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης είχε καταντήσει επάγγελμα…)

Γιατί όλοι αυτοί διέρρηξαν τα ιμάτιά τους, μόλις άκουσαν ότι αυτή η «μαντάμ» (η οποία –άκουσον άκουσον– ούτε καν βάφει το μαλλί της!) τολμά να βάζει τον εξυπνότερο λαό του κόσμου στην ίδια ζυγαριά με τους «αραπάδες»; Πάντως, όχι επειδή συμμερίζονται τους λόγους για τους οποίους ζήτησε συγγνώμη η Λαγκάρντ (ή, επί το ελληνικότερον, Λανγκάρντ, σύμφωνα με την επικρατήσασα εκφορά του ονόματος από την τηλεόραση…), έστω και αν η συγγνώμη της φάνηκε να συμβάλλει στον κατευνασμό των πνευμάτων. Η συγγνώμη της Λαγκάρντ απευθυνόταν στο διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ και αφορούσε την πολιτική διάσταση της επίμαχης σύγκρισης που αποτόλμησε• όχι την ουσία, η οποία παραμένει. Αν όλοι αυτοί που εθίγησαν μπορούσαν να καταλάβουν το νόημα της συγγνώμης της Λαγκάρντ, θα ήσαν σε θέση να αντιληφθούν και την ουσία της παρατήρησης που τους ενόχλησε. Και αν πράγματι αντιλαμβάνονταν την ουσία, η ενόχληση σύντομα θα εξατμιζόταν όπως η πρωινή υγρασία στις ακτίνες του ήλιου. Αυτό που θα έμενε, τότε, θα ήταν χρήσιμο για να αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε την πραγματική μας κατάσταση και το χρέος προς τον εαυτό μας και την ιστορία μας, να αναζητήσουμε «μια νέα πολιτική λογική προς την κατεύθυνσι της συνεννοήσεως με όρους εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης στην ευθύνη του ενός για τον άλλο», για να δανειστώ τη φράση του Στέλιου Ράμφου. (Βρίσκεται στο έξοχο και άκρως διαφωτιστικό δοκίμιο του συγγραφέα «Time out – Η ελληνική αίσθηση του χρόνου», από τις εκδόσεις Αρμός, το οποίο συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όποιον προσπαθεί να καταλάβει τι μας συμβαίνει…)

Ταυτολογίες
«Το επόμενο βήμα για μας είναι η εμπέδωση της ασφάλειας, με τη μείωση της ανασφάλειας». Μεσημέρι Παρασκευής ήταν, όταν άκουσα από το ραδιόφωνο τον Αλέξη Τσίπρα να εκστομίζει την παραπάνω μνημειώδη φράση από το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι τακτικοί αναγνώστες γνωρίζετε την άποψή μου για τον άνθρωπο και το κόμμα του, ωστόσο οφείλω να παραδεχθώ ότι η φράση αυτή με έκανε αμέσως να νιώσω αισιοδοξία, επειδή μου μείωσε την απαισιοδοξία…

Tου Στεφανου Κασιματη                                                                    ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Advertisements

Posted on Ιουνίου 4, 2012, in Διεθνή, Πολιτική and tagged , , , , , . Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: